Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου (2012)


"Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορέσω ποτέ να διδάξω σε όλους σας· όλοι σας πρέπει να μάθετε πως να φροντίζετε ανθρώπους πιο μικρούς και πιο γλυκούς από εσάς".

Η ταινία Beasts of the Southern Wild αρχίζει με ένα πρότυπο αφηγηματικής δομής, σαφήνειας και ακρίβειας: τρεις σκηνές που εισάγουν την εξάχρονη Hushpuppy (Quvenzhané Wallis), τον πατέρα της Wink (Dwight Henry) και την πολυπολιτισμική τους κοινότητα στο δέλτα της νότιας Λουιζιάνα. Η Hushpuppy έχει μια βαθιά κατανόηση της εσωτερικής ισορροπίας του κόσμου και μια οργανική σχέση με τη φύση, με αποτέλεσμα να βλέπει τον εαυτό της ως "ένα μικρό κομμάτι σε ένα μεγάλο, μεγάλο σύμπαν." Και έτσι η ταινία συγκροτεί το κύριο θέμα της με τον πιο καθηλωτικό και ταυτόχρονα ευαίσθητο τρόπο, καθώς τοποθετεί την Hushpuppy στο κέντρο ενός κόσμου που καταρρέει: πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει τη θανατηφόρα ασθένεια του πατέρα της και την καταστροφή της κοινότητας της από μια καταιγίδα αντίστοιχη του τυφώνα Katrina.

Ο σκηνοθέτης Benh Zeitlin, που συνέβαλε επίσης στο σενάριο και τη μουσική, δημιούργησε μια πρωτότυπη και οπτικά συναρπαστική ταινία που συνδυάζει στοιχεία κοινωνικού και μαγικού ρεαλισμού. Η Hushpuppy, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που ο κόσμος εξαρτάται από την συνύπαρξη όλων των επιμέρους στοιχείων του, αν ένα από αυτά σπάσει τότε ολόκληρο το σύμπαν θα καταστραφεί. Η άποψη αυτή οπτικοποιείται μέσα από την ιστορία των Aurocks, άγρια ​​πλάσματα που ελευθερώνονται από τους πάγους που λιώνουν στην Αρκτική λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Κατευθύνονται προς τη Λουιζιάνα και η Hushpuppy θα χρειαστεί να τα αντιμετωπίσει σε μια εκπληκτική σκηνή της ταινίας. Εκπληκτική ωστόσο είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς για την ερμηνεία της Quvenzhané Wallis, όπως και για εκείνη του Dwight Henry. Και οι δύο διαθέτουν τα εκλεπτυσμένα χαρίσματα των μη επαγγελματιών ηθοποιών: πρωτοτυπία, φυσικότητα και εξαιρετική εκφραστικότητα.

Η ταινία Beasts of the Southern Wild είναι μια ευφυής ιστορία ενηλικίωσης που λειτουργεί σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και εμφανίζει σημαντικό βαθμό κοινωνικής και περιβαλλοντικής επίγνωσης. Πάνω από όλα όμως είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα ανεξάρτητου κινηματογράφου που υπερβαίνει τις συμβάσεις και τους περιορισμούς των mainstream παραγωγών. Το έργο σκηνοθετών τόσο διαφορετικών όσο οι John Cassavetes, Majid Majidi, Kelly Reichardt, και Jean-Pierre και Luc Dardenne έχει καταστήσει σαφές ότι δεν είναι οι μεγάλοι προϋπολογισμοί που έχουν σημασία. Αντίθετα, το σπουδαίο σινεμά ευδοκιμεί όταν υπάρχει δημιουργικότητα με ψυχή και άποψη. Και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Beasts of the Southern Wild είναι ότι έχει και τα δύο.
 

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Συνθήκη εξαίρεσης και αναλώσιμοι μετανάστες

 Antony Gormley, Between You and Me, 2009 [antonygormley.com]

Και τώρα; Τώρα που δικαίως εξοργιστήκαμε και ευτυχώς πολλοί από εμάς διαμαρτυρηθήκαμε ενάντια στην αγριότητα της Μανωλάδας; Τώρα που δεδομένης της κατακραυγής διάφοροι φορείς εξουσίας έσπευσαν να καταδικάσουν το έγκλημα, έστω και υποκριτικά ορισμένοι; Τώρα που οι δράστες συνελήφθησαν; Θα επιστρέψουμε στην όποια κανονικότητα μας; "Η ζωή συνεχίζεται απαράλλαχτη στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας," αναφέρει χθεσινό ρεπορτάζ της Άντας Ψαρρά στην Εφημερίδα των Συντακτών, "με τους μετανάστες να δουλεύουν σε καθεστώς σκλαβοπάζαρου".

Δεν είναι η πρώτη φορά που ασκείται βία κατά των μεταναστών εργατών στη περιοχή - δείτε ενδεικτικά εδώ, εδώ, και εδώ - και δεν θα είναι η πρώτη φορά που η επικαιρότητα αργά ή γρήγορα θα την αφήσει πίσω της. Η κλίμακα του εν λόγω εγκλήματος ωστόσο υπογραμμίζει την ένταση της συνθήκης που τείνει να επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική πραγματικότητα: οι μετανάστες δεν θεωρούνται μόνο εργασιακά εκμεταλλεύσιμοι, αλλά και φυσικά αναλώσιμοι


Απογυμνωμένες μεταναστευτικές ζωές 

Με αυτό εννοώ τη συγκρότηση μιας συνθήκης επιτρεψιμότητας, στην οποία τα σώματα των μεταναστών μπορούν να κακοποιηθούν, να βασανιστούν, να μαχαιρωθούν, και στο τελευταίο αυτό περιστατικό ακόμα και να πυροβοληθούν μαζικά. Αυτή η έκθεσή τους στη βία ωστόσο κάθε άλλο παρά συμπτωματική είναι: πρόκειται για το πέρασμα των μεταναστευτικών πληθυσμών σε μια σφαίρα κυριαρχίας στην οποία η ζωή τους τελεί υπό αυτό που ο Giorgio Agamben αποκαλεί άνευ όρων απειλή θανάτου.  

Ο Agamben χρησιμοποιεί τον όρο homo sacer για να προσδιορίσει την ιδιότητα του απογυμνωμένου από δικαιώματα ανθρώπου, εκείνου του οποίου η ζωή μπορεί να αφαιρεθεί ατιμώρητα. Πρόκειται για μια θέση συμμετρική, δομικά παρόμοια και αντίστοιχη με εκείνη του κυρίαρχου: "ο κυρίαρχος είναι εκείνος ως προς τον οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι δυνητικά homines sacri, και homo sacer είναι εκείνος ως προς τον οποίο όλοι οι άνθρωποι ενεργούν ως κυρίαρχοι" (Homo sacer: Sovereign power and bare life, Stanford, CA: Stanford University Press, 1998, σ. 53). 

Η βία ιδιωτών στον εργασιακό χώρο, όπως στην περίπτωση των πυροβολισμών στη Μανωλάδα και του βασανισμού Αιγύπτιου μετανάστη στη Σαλαμίνα (εδώ και εδώ), η ραγδαία άνοδος της ρατσιστικής βίας οργανωμένων συμμοριών στο δημόσιο χώρο (εδώ και εδώ), και οι περιπτώσεις αστυνομικών οργάνων που κακοποιούν και βασανίζουν ατιμώρητα (εδώ και εδώ), είναι πολλαπλές εκδοχές της κυριαρχίας 'όλων' πάνω στις απογυμνωμένες μεταναστευτικές ζωές. Τα αναλώσιμα ωστόσο μεταναστευτικά σώματα προσδιορίζονται ως τέτοια πρωτίστως στο πεδίο των πολιτικών και νομικών θεσμών: η ιδιότητα του homo sacer παράγεται στο συνολικότερο πλαίσιο που προσδιορίζει η συνθήκη εξαίρεσης

Η έννοια της εξαίρεσης, όπως έχω συζητήσει αναλυτικά σε αυτή την ανάρτηση, αναφέρεται στην αναστολή της ισχύος του υφιστάμενου νομικού πλαισίου στο όνομα μιας υποτιθέμενης αναγκαιότητας: πρόκειται για νομικά και πολιτικά προβληματικές ρυθμίσεις που καθιστούν τα όρια της νομιμότητας δυσδιάκριτα. Στην ίδια ανάρτηση ανέφερα ως παράδειγμα αυτής της τάσης στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα την πολιτική έναντι των μεταναστών.


Φωνή βοώντος εν τη ερήμω της εξαίρεσης

Έχει άραγε καμία σημασία για το ελληνικό κράτος το ότι Διεθνής Αμνηστία δηλώνει ότι η αστυνομία δεν έχει δικαίωμα να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους στο δρόμο σαν εγκληματίες εξαιτίας του χρώματος του δέρματός τους, και ότι οι επιχειρήσεις της παραβιάζουν τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Έχει σημασία το ότι ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Νιλς Μούιζνιεκς δημοσιοποίησε πρόσφατα μια έκθεση-κόλαφο για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται αναφορές στις πρωθυπουργικές δηλώσεις περί 'ανακατάληψης' των πόλεων και την παρουσίαση των μεταναστών ως 'εισβολέων' από τον αρμόδιο για την αστυνομία υπουργό; Παραθέτω ενδεικτικά τα σχετικά με τις αστυνομικές επιχειρήσεις αποσπάσματα (σσ. 9 και 32-33):

24. Τον Αύγουστο 2012, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη δήλωσε ότι εξαιτίας της παράνομης μετανάστευσης «η χώρα χάνεται. Από την κάθοδο των Δωριέων, 4.000 χρόνια πριν, ουδέποτε η χώρα δεν δέχθηκε τόσο μεγάλης έκτασης εισβολή...Πρόκειται για βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και του κράτους». Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στα πλαίσια της επιχείρησης «Ξένιος Ζευς», που ξεκίνησε τον Ιούλιο 2012 και περιέλαβε ελέγχους, με βάση το «εθνοτικό προφίλ», του νομικού καθεστώτος των μεταναστών από την αστυνομία στους δρόμους.

25. Ο όρος «βόμβα» χρησιμοποιήθηκε επίσης δημοσίως τον Ιούλιο 2012 από τον ίδιο Υπουργό όταν αναφέρθηκε στο κέντρο της Αθήνας όπου πολλοί παράτυποι μετανάστες και αιτούντες άσυλο συχνά ενοικιάζουν και κατοικούν σε υπερπλήρη διαμερίσματα με απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, στερούμενοι οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας κοινωνικής πρόνοιας. Δύο ημέρες αργότερα στον ιστότοπό της, η "Χρυσή Αυγή" αναφέρθηκε στη δήλωση του Υπουργού κ. Δένδια ως «δικαίωση των θέσεων» του κόμματος. 

[...] 

133. Ο Επίτροπος παροτρύνει τις αρχές να θέσουν τέρμα στην πρακτική του «εθνοτικού προφίλ» από την αστυνομία, που αναφέρεται ότι χρησιμοποιείται ευρέως σε Ρομά και ως μέρος της επιχείρησης της αστυνομίας «Ξένιος Ζευς» κατά την οποία εξακριβώνεται το νομικό καθεστώς των μεταναστών. Η πρακτική του «εθνοτικού προφίλ» προκαλεί διακρίσεις και υπονομεύει σοβαρά την εμπιστοσύνη στην αστυνομία ανάμεσα στις στοχευόμενες κοινωνικές ομάδες. Εστιάζοντας στη Σύσταση Γενικής Πολιτικής N° 11 της ECRI για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων στην αστυνόμευση, οι αρχές καλούνται να εισάγουν στους κανόνες επιβολής του νόμου ένα «κριτήριο λογικής υποψίας», σύμφωνα με το οποίο οι εξουσίες που σχετίζονται με δραστηριότητες ελέγχου, εποπτείας ή έρευνας μπορούν να ασκούνται με βάση υποψίες που εδράζονται σε αντικειμενικά κριτήρια.
 
Τις παρατηρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης στην έκθεση μπορείτε αν θέλετε να τις διαβάσετε εδώ (ιδιαίτερα σσ. 3-4) και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας. Κατά τη δική μου γνώμη, η έκθεση αποτελεί εξαιρετική περίπτωση ανθρωπιστικού λόγου, τεκμηριωμένου και αξιόπιστου. Και είναι καθοριστικό το ότι παρόλα αυτά δεν βρίσκει επί της ουσίας ανταπόκριση - αντίθετα, βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που ο Stanley Cohen ονομάζει ερμηνευτική (interpretive) άρνηση, δηλαδή ένα τύπο απάντησης με βάση τον οποίο αξιωματούχοι επιχειρούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ισχυριζόμενοι ότι αυτό που συνέβει είναι κάτι διαφορετικό από αυτό για το οποίο καταγγέλλονται (States of denial: Knowing about atrocities and suffering. Cambridge: Polity, 2001). Παραδείγματος χάριν, υποστηρίζεται ότι πράγματι δηλώθηκαν τα περί 'εισβολής' και 'βόμβας', αλλα είναι απλώς και μόνο "δραματική απεικόνηση της πραγματικότητας" (σ. 4). Στο δε ζήτημα της πρακτικής του εθνοτικού προφίλ η απάντηση είναι κυριολεκτική σιωπή - πράγμα που φυσικά κάθε άλλο παρά έκπληξη είναι.


Πεθαίνοντας κάθε μέρα

Και αντίστοιχα κάθε άλλο παρά έκπληξη είναι οι απόπειρες αυτοκτονίας (εδώ και εδώ), οι απεργίες πείνας και η καταστολή των μεταναστών (εδώ, εδώ και εδώ) που κρατούνται υπό άθλιες συνθήκες (εδώ, εδώ και εδώ). Σε ένα ηχητικό απόσπασμα που έδωσε στη κυκλοφορία η Κίνηση Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και τη Φασιστική Απειλή, μετανάστης στο κέντρο κράτησης της Κορίνθου λέει ότι δεν θέλει τέτοια ζωή, και ότι είναι καλύτερα να πεθάνει παρά να ζήσει πεθαίνοντας κάθε μέρα. Ένας άλλος έγκλειστος, πρόσφυγας από τη Συρία που κρατείται στο αστυνομικό τμήμα της Μυτιλήνης, λέει κλαίγοντας σε ρεπορτάζ της Διεθνούς Αμνηστίας: "γιατί δεν με στέλνουν απλά πίσω στη Συρία να πεθάνω εκεί; Θα ήταν καλύτερα".

Αυτή η επίκληση του θανάτου στους παραπάνω λόγους είναι χαρακτηριστική της  βιωματικής αντίληψης της βίας από το ίδιο το υποκείμενο που την υφίσταται. Η αναλωσιμότητα του homo sacer, του ανθρώπινου θύματος που όπως λέει ο Agamben βρίσκεται πιασμένο στην κυριαρχική απαγόρευση, προσδιορίζεται εδώ καθοριστικά από την συνθήκη του εγκλεισμού. Αυτός είναι ο λόγος που ο Agamben αναλύει το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης ως παραδειγματική μορφή άσκησης βιοπολιτικής εξουσίας. Αν μέχρι εκείνη τη στιγμή η κατάσταση εξαίρεσης αποτελεί μια προσωρινή αναστολή της ισχύος του νόμου, τώρα αποκτά μια μόνιμη χωροταξική διάσταση. Όπως υποστηρίζει ο Agamben "το στρατόπεδο είναι ο χώρος που ανοίγει όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να γίνεται ο κανόνας" (σ. 96). Αυτός είναι ο λόγος που σε αυτή την ανάρτηση προσδιόρισα ως παράδειγμα εξαίρεσης την πολιτική έναντι των μεταναστών: ο εγκλεισμός ολοκληρώνει την συνθήκη εξαίρεσης, αποτελώντας στοιχείο κανονικοποίησης της.  

Η θέση του homo sacer ωστόσο δεν αφορά μόνο τους έγκλειστους, αλλά δυνητικά και τον ευρύτερο μεταναστευτικό πληθυσμό. Παραδείγματος χάριν, η προβληματική λειτουργία της διαδικασίας παροχής ασύλου είναι παράγοντας αποκλεισμού των αιτούντων από τη σφαίρα της νομιμότητας. Αναγκάζονται να συνωστίζονται μέρες και νύχτες, κάθε εβδομάδα, για μήνες ολόκληρους έξω από την Πέτρου Ράλλη, παραμένοντας ωστόσο χωρίς χαρτιά: δείτε τη συγκλονιστική καταγραφή στο ντοκιμαντέρ Into the Fire: The Hidden Victims of Austerity in Greece, των Guy Sallman και Kate Mara (09:37-13:05) και την πρόσφατη ανακοίνωση της Διεθνούς Αμνηστίας. 

Ακόμα και εκτός της συνθήκης εγκλεισμού, τα μεταναστευτικά σώματα δεν παύουν να βρίσκονται εκτεθειμένα στη βία: οι αιτούντες άσυλο δηλώνουν χαρακτηριστικά στο παραπάνω απόσπασμα ότι δέχονται επιθέσεις από την αστυνομία ενώ περιμένουν στην ουρά έξω από την Πέτρου Ράλλη. Το ντοκιμαντέρ αφιερώνει ξεχωριστή ενότητα στο ευρύτερο πρόβλημα της αστυνομικής βίας: ατιμώρητες κακοποιήσεις, ξυλοδαρμοί και εξευτελισμοί, ανοχή στη ρατσιστική βία και συλλήψεις των θυμάτων της αντί των δραστών (23:16-28:20). Η θέση του homo sacer παράγεται λοιπόν και στον υποτιθέμενα ελεύθερο δημόσιο χώρο υπό την απειλή του θανάτου. Ίσως το πιο ενδεικτικό παράδειγμα εδώ είναι ο μικροπωλητής  Μπαμπακάρ Ντιάε που σκοτώθηκε επειδή έπεσε στις γραμμές του τρένου στο Θησείο κυνηγημένος από τη δημοτική αστυνομία. "Και σκύλος να ήταν, δεν άξιζε να τον κυνηγήσουν πάνω στη γέφυρα μέχρι να πέσει", λέει ο αδερφός του Σεϊχού Ντιάε σε ρεπορτάζ του Δημήτρη Αγγελίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών. 

Η άνευ όρων και εκτός νομικής κανονικότητας έκθεση της μεταναστευτικής ζωής στη βία, η απογύμνωση της από το πεδίο των δικαιωμάτων, ο αποκλεισμός της αφαίρεσης της από διαδικασίες λογοδοσίας και διαφάνειας, δεν είναι αποτέλεσμα καμίας Μανωλάδας. Αντίθετα: οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί παράγονται ως homines sacri στο θεσμικό πεδίο, μέσω της υιοθέτησης ακροδεξιάς ρητορικής από την κεντρική πολιτική εξουσία, της εφαρμοσμένης πολιτικής που συνεπάγεται διακρίσεις και αποκλεισμούς, και των νομοθετημάτων που θεσμίζουν την συνθήκη εγκλεισμού. Το θεσμικό αυτό πεδίο ωστόσο δεν συγκροτεί απλώς και μόνο την επίσημη θέση του κράτους, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: την κανονικότητα. 
  
Και υπό το πρίσμα αυτής της πολιτικής, νομικής και θεσμικής κανονικότητας νομίζω πως πρέπει να προσεγγίσουμε τη ρατσιστική βία ως συμπληρωματική. Η έξαρση των ρατσιστικών επιθέσεων από οργανωμένες ομάδες συνιστά άνευ όρων απειλή θανάτου, που ωστόσο εμφανίζεται ως ανεπίσημη. Η επικινδυνότητά της από αυτή την άποψη είναι διττή: πρόκειται για υλοποιημένη αγριότητα που φτάνει μέχρι και τις δολοφονίες μεταναστών (εδώ και εδώ), και πρόκειται επίσης για πολιτική αγριότητα, που επεκτείνει ανεπίσημα τη συνθήκη εξαίρεσης διαχέοντας την στο κοινωνικό πεδίο. Στο βαθμό που το επίσημο κράτος ανέχεται συμμορίες να διενεργούν ρατσιστικές επιθέσεις υπό καθεστώς ατιμωρησίας, ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε άτυπο στρατόπεδο όπου τα μεταναστευτικά σώματα εκτίθενται στη βία. Και από αυτό το στρατόπεδο επίσης επωφελείται και αποθρασύνεται κάθε τραμπούκος επιστάτης ή εργοδότης.


υγ: Η επιστροφή της Κατερίνας

Όπως υποστήριξα στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι σημαντικό να υπερασπιστούμε τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς ως προς τα δικαιώματα τους, υπό όρους που τους καθιστούν ισότιμους με εμάς συμμέτοχους σε συλλογικά εγχειρήματα. Φοβάμαι ωστόσο ότι τόσο ανθρωπιστικά όσο και ταξικά ο δρόμος δεν θα είναι μακρύς, και ήδη δεν είναι, αν δεν αναγνωρίσουμε τη σημασία των συνθηκών εξαίρεσης που έχουν αρχίσει  να εμφανίζονται στην ελληνική περίπτωση και δεν επαναπροσδιορίσουμε τις θέσεις μας αντίστοιχα.

Στο βαθμό που το κράτος αλλάζει παράδειγμα είναι μάταιο, και ακόμα χειρότερα πολιτικά επικίνδυνο, να εξακολουθούμε να το αντιλαμβανόμαστε με άξονα προηγούμενες προσλαμβάνουσες που ήδη εγκαταλείπει. Αν πριν από δέκα χρόνια πολιτική ηγεσία και κρατικοί θεσμοί έτειναν να μοιράζονται, έστω μόνο τυπικά, με το χώρο των μη κυβερνητικών οργανώσεων την τοποθέτηση του βασανισμού μεταναστών (εδώ και εδώ) εκτός κανονικότητας, αυτό δεν ισχύει σήμερα ως προς τον ΄Ξένιο Δία' και τα κέντρα κράτησης. Αντίστοιχα, μια ταξική ανάλυση που ανάγει την τρέχουσα πολιτική συνθήκη αποκλειστικά και μόνο στις σχέσεις εκμετάλλευσης στο πεδίο της παραγωγής, ή που εξαντλείται σε περισσότερο ή λιγότερο προβλέψιμες καταγγελίες του κρατικού αυταρχισμού και της αστυνομικής αυθαιρεσίας, φοβάμαι πως επίσης δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγή παραδείγματος.

Πολύ δε περισσότερο όταν η συνθήκη εξαίρεσης μπορεί να αφορά κατεξοχήν, αλλά δεν αφορά αποκλειστικά, τους μετανάστες. Οι επιχειρήσεις-'σκούπα' της αστυνομίας, παραδείγματος χάριν, έχουν ήδη επεκταθεί σε τοξικοεξαρτημένους και άστεγους (εδώ, εδώεδώ και εδώ). Και όπως ανέφερα σε αυτή την ανάρτηση, στοιχεία εξαίρεσης υπάρχουν στην άσκηση κεντρικής πολιτικής μέσω διαταγμάτων και την αντιμετώπιση απεργιών. Παρόλα αυτά, προφανώς καθένας μπορεί να διατηρεί τις ανθρωπιστικά, πολιτικά και ταξικά προσανατολισμένες απόψεις του, πράγμα κατανοητό και σεβαστό, και επίσης προφανώς δεν μπορούμε και ούτε χρειάζεται να συμφωνούμε όλοι με όλα - αντίθετα, γόνιμη πολιτική συνθήκη είναι η πολυφωνία και η διαφορετικότητα. 

Μόνο που για κάποιο μυστήριο λόγο δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τη φράση με την οποία  η Κατερίνα Γώγου άρχιζε ένα από τα ποιήματά της: "Κανείς δε θα γλιτώσει" (Ιδιώνυμο, Αθήνα: Καστανιώτης, 1980, σ. 29). Δεν ξέρω πόση ισχύ έχει σε αυτή την περίπτωση. Φοβάμαι όμως ότι όσο περισσότερο παραμένουμε στις γνώριμες, βολικές και καθησυχαστικές βεβαιότητες μας, τόσο μεγαλύτερη ισχύ θα αποκτά.