Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

David Harvey: παραγωγή, κατανάλωση, κρίση


Ένα από τα μεγάλα ζητήματα είναι η διατήρηση επαρκούς ζήτησης στην αγορά, έτσι ώστε να απορροφηθεί ό,τι παράγει το κεφάλαιο. Το άλλο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες μπορεί να παράγει το κεφάλαιο επικερδώς. Αυτές οι συνθήκες επικερδούς παραγωγής, συνήθως σημαίνουν την υποβάθμιση της εργασίας. Πληρώνοντας όλο και χαμηλότερους μισθούς, το ποσοστό του κέρδους ανεβαίνει. Έτσι, από την πλευρά της παραγωγής, θέλουν να συμπιέσουν την εργασία όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό τους δίνει υψηλά κέρδη. Στη συνέχεια, όμως, τίθεται το ερώτημα, «ποιος πρόκειται να αγοράσει το προϊόν;». Εάν η εργασία συμπιέζεται, ποια είναι η αγορά τους; Αν συμπιέσουν την εργασία πάρα πολύ, θα καταλήξουν με μια κρίση επειδή δεν θα υπάρχει αρκετή ζήτηση στην αγορά για να απορροφήσει το προϊόν.

Πολλοί ερμηνεύουν το πρόβλημα της κρίσης της δεκαετίας του 1930 ως έλλειψη της ζήτησης. Υπήρχε επομένως μια στροφή προς το κράτος για να κάνει δημόσιες επενδύσεις. Είπαν «θα αναζωογονήσουμε την οικονομία από το χρέος με χρηματοδοτούμενη» ζήτηση, και με τον τρόπο αυτό, στράφηκαν στην κεϋνσιανή θεωρία. Έτσι βγήκαν από τη δεκαετία του 1930 με μια πολύ ισχυρή ικανότητα διαχείρισης της ζήτησης, και με μεγάλη εμπλοκή του κράτους στην οικονομία. Ως αποτέλεσμα είχαν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης συνοδεύτηκαν από μια ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, με την αύξηση των μισθών και με ισχυρότερες συνδικαλιστικές ενώσεις. Ισχυρά συνδικάτα και υψηλοί μισθοί σημαίνει ότι το ποσοστό κέρδους αρχίζει να κατεβαίνει. Το κεφάλαιο είναι σε κρίση όταν δεν συμπιέζει αρκετά την εργασία.

Στη δεκαετία του 1970 στράφηκαν προς τον Μίλτον Φρίντμαν και η Σχολή του Σικάγου κυριάρχησε στην οικονομική θεωρία. Άρχισε να δίνεται προσοχή στην προσφορά, ιδίως των μισθών. Σήμερα έχουμε μια συμπίεση των μισθών, η οποία άρχισε στη δεκαετία του 1970. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν επιτέθηκε στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, η Μάργκαρετ Θάτσερ επιτέθηκε στους ανθρακωρύχους, ο Πινοσέτ σκότωσε τους αριστερούς, κλπ. Έχουμε μια επίθεση στην εργασία, η οποία αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, το ποσοστό κέρδους έχει εκτιναχτεί επειδή οι ​​μισθοί συμπιέζονται και το κεφαλαίο ευημερεί. Αλλά τότε εμφανίζεται το πρόβλημα πού θα πουλήσουν τα προϊόντα.
Στη δεκαετία του 1990, αυτό καλύπτεται από την οικονομία του χρέους. Άρχισαν να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να δανείζονται συνέχεια, άρχισαν να δημιουργούν μια οικονομία με πιστωτική κάρτα και με υψηλά στεγαστικά δάνεια. Έτσι κάλυψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ζήτηση. Αλλά τελικά αυτό έσκασε την περίοδο 2007-2008. Το κεφάλαιο έχει αυτό το ερώτημα: «δουλεύεις στην πλευρά της προσφοράς ή της ζήτησης;». Η άποψή μου για έναν αντικαπιταλιστικό κόσμο, είναι ότι θα πρέπει να ενοποιηθούν αυτά. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην αξία χρήσης. Τι αξίες χρήσης χρειάζονται οι άνθρωποι και πώς οργανώνουμε την παραγωγή ώστε να ταιριάζει με αυτές;

Δείτε επίσης:


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Silvia Federici: Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα


[Τ]ο πολιτικό μάθημα που μπορούμε να πάρουμε από το [βιβλίο] Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα είναι ότι ο καπιταλισμός, ως κοινωνικό-οικονομικό σύστημα, είναι αναγκαστικά προσηλωμένος στο ρατσισμό και το σεξισμό. Γιατί ο καπιταλισμός πρέπει να δικαιολογήσει και να προκαλέσει σύγχιση ως προς τις αντιφάσεις που ενσωματώνουν οι κοινωνικές του σχέσεις - την υπόσχεση της ελευθερίας έναντι της πραγματικότητας του εκτεταμένου καταναγκασμού, και την υπόσχεση της ευημερίας έναντι της πραγματικότητας της εκτεταμένης ένδειας - υποτιμώντας τη «φύση» αυτών που εκμεταλλεύεται: γυναίκες, αποικιακά υποκείμενα, απόγονοι Αφρικανών σκλάβων, μετανάστες που εκτοπίστηκαν από την παγκοσμιοποίηση.

Στον πυρήνα του καπιταλισμού δεν υπάρχει μόνο η συμβιωτική σχέση μεταξύ της μισθωτής ή με σύμβαση εργασίας και της υποδούλωσης
, αλλά μαζί με αυτήν και η διαλεκτική συσσώρευσης και καταστροφής της εργατικής δύναμης, για την οποία οι γυναίκες έχουν πληρώσει το μεγαλύτερο κόστος, με τα σώματά τους, την εργασία τους, τις ζωές τους.

Είναι συνεπώς αδύνατο να συνδέσει κανείς τον καπιταλισμό με οποιαδήποτε μορφή απελευθέρωσης ή να αποδώσει τη μακροζωία του συστήματος στη δυνατότητά του να ικανοποιεί ανθρώπινες ανάγκες. Αν ο καπιταλισμός έχει υπάρξει ικανός να αναπαράγει τον εαυτό του είναι μόνο λόγω του ιστού των ανισοτήτων που έχει οικοδομήσει στο σώμα του παγκόσμιου προλεταριάτου, και λόγω της ικανότητάς του να παγκοσμιοποιεί την εκμετάλλευση. Αυτή η διαδικασία εξακολουθεί να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, όπως έχει συμβεί τα τελευταία 500 χρόνια.

Η διαφορά είναι ότι σήμερα η αντίσταση σε αυτήν έχει επίσης αποκτήσει παγκόσμια διάσταση
.

Federici, Silvia (2004) Caliban and the Witch, New Υork: Αutonomedia, p. 17
 

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Judith Butler: το κίνημα Occupy και οι πηγές της ανισότητας

 Φωτογραφία: Emmanuel Dunand/AFP/Getty Images     [The Guardian]

[O]ποιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι τα αιτήματα πρέπει να μπορούν να ικανοποιηθούν υποθέτει ότι υπάρχει κάποιος ή κάποια υφιστάμενη θεσμική εξουσία στην οποία θα μπορούσε κανείς να απευθυνθεί ώστε να ικανοποιηθούν τα αιτήματά του. Οι συνδικαλιστικές διαπραγματεύσεις που υποστηρίζονται από την απειλή απεργιών έχουν συνήθως μια λίστα αιτημάτων, η οποία αν ικανοποιηθεί η απεργία θα αποτραπεί, και αν όχι η απεργία θα αρχίσει ή θα παραταθεί. Αλλά όταν μια εταιρεία, μια επιχείρηση, ή το κράτος δεν θεωρείται νομιμοποιημένος εταίρος για διαπραγματεύσεις, τότε δεν έχει νόημα να απευθυνθεί κανείς στην εν λόγω αρχή για μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων. Στην πραγματικότητα, η απεύθυνση έκκλησης προς την εν λόγω αρχή για να ικανοποιήσει ένα αίτημα θα ήταν ένας τρόπος απόδοσης νομιμοποίησης σε αυτή την αρχή. Έτσι, η έκφραση αιτημάτων που μπορούν να ικανοποιηθούν εξαρτάται θεμελιακά από την απόδοση νομιμοποίησης σε αυτούς που έχουν τη δύναμη να ικανοποιήσουν τα αιτήματα. Και όταν κάποιος παύει να απευθύνει αιτήματα σε αυτές τις αρχές, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μιας γενικής απεργίας, τότε είναι που εκτείθεται η μη νομιμοποίηση αυτών των αρχών. [...]

Αλλά αν αυτοί οι υπάρχοντες θεσμοί είναι συνεργοί με το οικονομικό καθεστώς που εξαρτάται από την αναπαραγωγή της ανισότητας, αλλά και την διευρύνει, τότε κανείς δεν μπορεί να απευθυνθεί σε αυτούς τους θεσμούς για να φέρει ένα τέλος στις συνθήκες ανισότητας. Μια τέτοια απεύθυνση ηττάται από τον εαυτό της κατά τη διάρκεια της έκφρασης της. Με απλά λόγια, η απεύθυνση ή το αίτημα που επιδιώκεται να ικανοποιηθεί από το υπάρχον κράτος, τους διεθνείς νομισματικούς θεσμούς ή τις εθνικές ή υπερεθνικές εταιρείες, θα έδινε μεγαλύτερη ισχύ στις ίδιες τις πηγές της ανισότητας, και με αυτόν τον τρόπο θα βοηθούσε και θα ενθάρρυνε την ίδια την αναπαραγωγή της ανισότητας. Ως εκ τούτου, απαιτείται μια άλλη σειρά στρατηγικών, και αυτό που βλέπουμε σήμερα στο κίνημα Occupy είναι ακριβώς η ανάπτυξη μιας σειράς στρατηγικών που εφιστούν την προσοχή, και αντιτάσσονται, στην αναπαραγωγή της ανισότητας.
[...]

[Δ]εν θα ήταν δυνατόν να σκεφτούμε τη δημοκρατία χωρίς το ιδανικό της ριζικής ισότητας. Έτσι, η ριζική ισότητα είναι ένα αίτημα, αλλά δεν απευθύνεται σε αυτούς τους θεσμούς που αναπαράγουν την ανισότητα. Απευθύνεται στους ίδιους τους ανθρώπους που ιστορικό τους έργο είναι η δημιουργία νέων θεσμών. Η απεύθυνση είναι στους εαυτούς μας, και είναι αυτό το νέο "εμείς" που σχηματίζεται, ανά γεγονός και παγκόσμια, σε κάθε δράση και διαδήλωση. Τέτοιες ενέργειες δεν είναι κατά καμία έννοια "απολίτικες". Στοχεύουν εναντίον μιας πολιτικής που προσφέρει πρακτικές λύσεις εις βάρος της αντιμετώπισης της δομικής ανισότητας. Και μας θυμίζουν ότι κάθε μορφή πολιτικής κερδίζει ή χάνει τη νομιμοποίησή της ανάλογα με το αν παρέχει ισότητα στους ανθρώπους που λέγεται ότι εκπροσωπεί. Διαφορετικά αποτυγχάνει να εκπροσωπήσει, και έτσι καταστρέφει τη δική της νομιμοποίηση στα μάτια του λαού. Διαδηλώνοντας, δρώντας, οι άνθρωποι έρχονται να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους, ενσωματώνοντας και αναζωογονώντας τις αρχές της ισότητας που έχουν αποδεκατιστεί. Εγκαταλειμμένοι από τους υπάρχοντες θεσμούς, συγκεντρώνονται οι ίδιοι στο όνομα μιας κοινωνικής και πολιτικής ισότητας, δίνοντας φωνή, σώμα, κίνηση, και ορατότητα σε μια ιδέα του "λαού" που έχει συχνά διαιρεθεί και σβηστεί από την υπάρχουσα εξουσία.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα άρθρου της Judith Butler με τίτλο So, what are the demands? And where do they go from here?, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό tidal: occupy theory, occupy strategy, Τεύχος 2, Μάρτιος 2012, σσ. 8-11; όλα τα τεύχη είναι διαθέσιμα εδώ και εδώ.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Αμυγδαλέζα: δέκα ημέρες αποκλεισμού


Δέκατη συνεχόμενη ημέρα που δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στο κέντρο κράτησης της Αμυγδαλέζας. Δέκατη ημέρα που δεν ερευνώνται οι καταγγελίες κακομεταχείρησης των κρατουμένων. Και κυρίως, δέκατη ημέρα που οι μετανάστες βρίσκονται αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, και ο δικός τους λόγος παραμένει αποκλεισμένος από τη δημόσια σφαίρα.

Δέκατη ημέρα υποτονικής αλληλεγγύης, περιορισμένης ειδησεογραφίας και πληροφόρησης, αλλά και εκκωφαντικής σιωπής από φορείς που κατά τα άλλα ασχολούνται με θέματα δικαιωμάτων. Ίσως οι μετανάστες να ταιριάζουν με τις ευαισθησίες μας καλύτερα ως θύματα παρά ως εξεγερμένοι. Ή μπορείτε απλώς να μου πείτε ότι είναι Δεκαπενταύγουστος, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς; Τίποτα, θα σας πω, απλώς δεν ήξερα ότι η υποστήριξη των μεταναστών είναι τόσο κουραστική ώστε να χρειάζονται διακοπές από αυτήν.


Κρατούμενοι επ' αόριστον;

Δέκατη ημέρα επίσης που παραμένει χωρίς πολιτικό, νομικό, και θεσμικό αντίλογο η εξής δήλωση του αρμόδιου υπουργού: "[Σ]τέλνουμε το μήνυμα μέσα και έξω από την πατρίδα μας: Στόχος μας είναι κάθε παράνομος μετανάστης, εφόσον τα αρμόδια όργανα κρίνουν ότι δεν δικαιούται διεθνούς προστασίας, να κρατείται μέχρι να επιστρέψει στην πατρίδα του". 

Υπάρχουν δύο σημεία με ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη δήλωση: το πρώτο αφορά την κρίση περί διεθνούς προστασίας, και το δεύτερο τη διάρκεια της κράτησης. Ως προς το πρώτο, τα εν λόγω αρμόδια όργανα, δηλαδή η υπηρεσία ασύλου, έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι είναι ιδιαίτερα προβληματική. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει η Διεθνής Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2012:

«Οι ελληνικές Αρχές πρέπει να λάβουν επειγόντως μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι αιτούντες άσυλο στην ελληνική επικράτεια, και ιδιαίτερα τα άτομα που προσπαθούν να υποβάλουν αίτηση στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής, έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου», δήλωσε ο Μάρεκ Μαρτσύνσκι, Υποδιευθυντής της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία.

Η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει επί αρκετά χρόνια τις ανησυχίες της για τα σοβαρά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα όταν προσπαθούν να υποβάλουν τα αιτήματά τους για άσυλο. Οι αιτήσεις τους για άσυλο χρειάζεται να καταγραφούν από τις αστυνομικές Αρχές, έτσι ώστε να λάβουν τη ροζ κάρτα (ένα έγγραφο που αποδεικνύει ότι η αίτηση ασύλου έχει καταγραφεί). Όσοι δεν κατορθώνουν την καταγραφή του αιτήματός τους, ζουν με το φόβο της σύλληψης, της κράτησης και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της επαναπροώθησης.

[...]

Οι αιτούντες άσυλο ξεκάθαρα αντιμετωπίζουν σοβαρότατες δυσκολίες στο να καταθέσουν επιτυχώς την αίτησή τους για άσυλο στη Αττική, ενώ όσοι δεν καταφέρνουν να κάνουν αίτηση αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο κράτησης ή/και απέλασης λόγω της μαζικής αστυνομικής καταστολής μεταναστών στην Αθήνα τον Αύγουστο και την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου. Η οργάνωση έχει παρακολουθήσει αρκετές υποθέσεις αιτούντων άσυλο που συνελήφθησαν κατά την διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων. Σε δύο τέτοιες περιπτώσεις, οι αιτήσεις ασύλου καταγράφηκαν μετά από δύο μήνες κράτησης και μόνο μετά από παρεμβάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες. 

Η Διεθνής Αμνηστία επανέρχεται στο ίδιο θέμα τον Μάρτιο του 2013, διαπιστώνοντας ότι η κατάσταση παραμένει προβληματική, και αναφέροντας επίσης προηγούμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που συμπέρανε ότι η χώρα δεν διέθετε αποτελεσματικό σύστημα ασύλου, και με βάση την οποία σταμάτησε η μεταφορά αιτούντων άσυλο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην Ελλάδα λόγω κινδύνου σοβαρών παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους:

Μετά από επίσκεψη στην Ελλάδα στα μέσα Φεβρουαρίου 2013 και με βάση τις πληροφορίες που ελήφθησαν τις τελευταίες εβδομάδες, η Διεθνής Αμνηστία εξακολουθεί να ανησυχεί σοβαρά για τις αποτυχίες του συστήματος ασύλου της χώρας: για τις περιορισμένες και αργές μεταρρυθμίσεις στο άσυλο, τη συστηματική κράτηση αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένων οικογενειών με παιδιά και ασυνόδευτων ανηλίκων, τις ανεπαρκείς συνθήκες κράτησης σε διάφορες εγκαταστάσεις μετανάστευσης, τις κακές συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων, και τις ρατσιστικές επιθέσεις.

[...] 

Σε μια απόφαση έπειτα από συνάντηση μεταξύ 5 και 7 Μαρτίου του 2013, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης κάλεσε τις ελληνικές αρχές να εντείνουν τις προσπάθειές τους με στόχο να επιταχυνθούν οι καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις στο σύστημα ασύλου της χώρας, ιδίως η λειτουργία της νέας Υπηρεσίας Ασύλου, και η επίλυση πρακτικών προβλημάτων σχετικά με την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και την εισαγωγή των αιτημάτων ασύλου από άτομα που βρίσκονται υπό κράτηση.

Η Απόφαση της Επιτροπής των Υπουργών εκδόθηκε μετά από αξιολόγηση της κατάστασης της εφαρμογής από την Ελλάδα και το Βέλγιο της δεσμευτικής δικαστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τον Ιανουάριο του 2011 για την υπόθεση MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας. [...] 

Η απόφαση M.S.S. αφορούσε έναν αφγανό αιτούντα άσυλο, τον οποίο οι βελγικές αρχές είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» της ΕΕ. Στην απόφασή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέληξε στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα δεν διέθετε αποτελεσματικό σύστημα ασύλου στην χώρα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο M.S.S. στερήθηκε αποτελεσματική εξέταση του αιτήματός του για άσυλο, λόγω των μεγάλων διαρθρωτικών αδυναμιών στην ελληνική διαδικασία ασύλου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε επίσης ότι οι συνθήκες κράτησης του MSS και οι συνθήκες εξαθλίωσης στις οποίες είχε υποβληθεί στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή του, ισοδυναμούσαν με εξευτελιστικές και απάνθρωπες ή με εξευτελιστική μεταχείριση, αντίστοιχα. Μετά την απόφαση για τον MSS, οι επιστροφές των αιτούντων άσυλο λόγω του «Δουβλίνο ΙΙ» στην Ελλάδα διακόπηκαν από τον Φεβρουάριο του 2011.

Τα ευρήματα για τον M.S.S. επαναλήφθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή του, που εκδόθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2011. Σε δύο αλληλοσυνδεόμενες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτούντες άσυλο μεταφέρονται στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκεί.

Όπως έχω υποστηρίξει σε αυτή την ανάρτηση, η λειτουργία της διαδικασίας παροχής ασύλου δεν είναι απλώς προβληματική: αποτελεί βασικό παράγοντα αποκλεισμού των αιτούντων από τη σφαίρα της νομιμότητας, που τους εκθέτει άμεσα και ανά πάσα στιγμή στη σύλληψη, τη κράτηση, και τον εγκλεισμό. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν καθίστανται "παράνομοι" όχι επειδή κρίθηκε μέσω της διαδικασίας ασύλου ότι δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας, αλλά ακριβώς επειδή στερούνται πρόσβασης σε αυτή τη διαδικασία.

Εξίσου προβληματικό είναι και το δεύτερο σημείο που αφορά τη διάρκεια της κράτησης. Σχετικό έγγραφο του Συνήγορου του Πολίτη τον Απρίλιο του 2013 αναφέρεται στο θέμα της διοικητικής κράτησης ως εξής:

[Γ]ια τους αλλοδαπούς που αιτούνται διεθνούς προστασίας προβλέπεται στο άρθρο 13 του Π.Δ. 114/2010 ότι: «Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, που αιτείται διεθνούς προστασίας, δεν κρατείται για μόνο το λόγο ότι εισήλθε και παραμένει παράνομα στη χώρα» (παρ. 1). 

[Σ]ε περίπτωση που κριθεί σκόπιμος και αναγκαίος ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνούς προστασίας αλλοδαπών, αυτός επιβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 13 του π.δ. 114/2010 «Η κράτηση δύναται να παρατείνεται περαιτέρω, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση των οργάνων της παραγράφου 3, εφόσον εξακολουθούν οι λόγοι που την επέβαλαν σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η παράταση αυτή της κράτησης δεν δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. Στις περιπτώσεις αυτές η αίτηση ασύλου εξετάζεται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8».  


Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το ζήτημα της κράτησης των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών έχει αποτελέσει και στο παρελθόν αντικείμενο παρεμβάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη. Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές συνεχίζουν την γενικευμένη πρακτική της κράτησης και μετά την υποβολή αιτήματος ασύλου. 

Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η κράτηση των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών έχει προκαλέσει και καταδίκη της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. S.D. κατά Ελλάδος, no 53541/07, 11.09.2009).  

Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρων 3 και 5 §§1 και 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξαιτίας της παραβίασης των απαραίτητων εγγυήσεων για τον έλεγχο της νομιμότητας της κράτησης των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών.  

Περαιτέρω και για το θέμα της κράτησης σε περίπτωση ανέφικτης επιστροφής θα πρέπει να αναφερθεί και καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ για το θέμα του χρόνου και των συνθηκών κράτησης (ΕΔΔΑ Tabesh κατά Ελλάδος, no. 8256/07, 26.11. 2009). Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε μη νόμιμη η κράτηση αλλοδαπού μέχρι την εξάντληση του προβλεπόμενου χρόνου, εφόσον οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές είχαν διαπιστώσει, μεταξύ των άλλων, ότι ο αλλοδαπός προερχόταν από χώρα στην οποία δεν ήταν δυνατόν να εκτελεσθεί η απόφαση απέλασης (σημ.: Αφγανιστάν).  

Με βάση ποιο νομικό πλαίσιο  λοιπόν ανακοινώθηκε στους μετανάστες της Αμυγδαλέζας η παράταση του εγκλεισμού τους μέχρι τους 18 μήνες; Πώς εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στις διαδικασίες ασύλου και πώς λειτουργούν αυτές; Πόσοι αιτούνται άσυλο και γιατί κρατούνται ακόμα; Τι ακριβώς προβλέπεται για όσους δεν είναι απελάσιμοι; Και τι ακριβώς προβλέπεται για όλους τους κρατούμενους όταν συμπληρωθούν οι 18 μήνες κράτησης; Συγκεκριμένη απάντηση δεν υπάρχει, υπήρξαν όμως την προηγούμενη εβδομάδα άρθρα που υποστήριξαν ότι η συνολική πολιτική του 'Ξένιου Δία', οι μαζικές αστυνομικές επιχειρήσεις και τα κέντρα κράτησης, αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση ελληνικής προχειρότητας και έλλειψης σχεδιασμού, που πρακτικά οδηγεί σε αδιέξοδο. 

Φοβάμαι όμως πως δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι η υπουργική δήλωση εισάγει την έννοια της επ' αόριστον κράτησης: προσδιορίζεται η κράτηση των μεταναστών "μέχρι" να απελαθούν, αλλά δεν προσδιορίζεται το αν και πότε μπορούν να απελαθούν. Και αυτό δεν είναι 'προχειρότητα' αλλά πολιτική επιλογή που παραπέμπει στην κατάσταση εξαίρεσης: απογυμνωμένα από δικαιώματα μεταναστευτικά σώματα σε μια συνθήκη εγκλεισμού με απροσδιόριστη διάρκεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρακτική κράτησης στο Γκουαντάναμο, η οποία μπορεί να συνεχίζεται επί δεκαετία χωρίς απαγγελία κατηγορίας ή παραπομπή σε δίκη (Judith Butler, Precarious Life: The Powers of Mourning and Violence, London: Verso, 2004). 

Και από αυτή την άποψη κάθε άλλο παρά έκπληξη θα πρέπει να προκαλεί η παρομοιωση της Αμυγδαλέζας με το Γκουαντάναμο που κάνει η Ρεμπέκα Χαμς, επικεφαλής της Ομάδας των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο,
στο παρακάτω video. H Ρεμπέκα Χαμς επισκέφτηκε την Αμυγδαλέζα το Νοέμβριο του 2012 και ξανά τον Ιούνιο του 2013, διαπιστώνοντας περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών.

 

Καθόλου αυτονόητες ειδήσεις 
 

Δέκατη ημέρα επίσης που δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβει κατά την εξέγερση στο κέντρο κράτησης της Αμυγδαλέζας και την καταστολή της από τα ΜΑΤ. Γνωρίζουμε μόνο τι ισχυρίζεται η αστυνομία ότι συνέβει.

H κατηγορία των ειδήσεων που στην Ελλάδα συνήθως δηλώνεται με τον όρο "αστυνομικό ρεπορτάζ" τείνει να είναι εκείνη που επηρεάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους επίσημους θεσμούς που λειτουργούν ως δημοσιογραφικές πηγές. Οι αστυνομικές αρχές και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι βρίσκονται σε προνομιακή θέση ως προς τον καθορισμό της είδησης και αποτελούν φορείς πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers), κατά τον όρο των Hall et al. Λόγω θεσμικής θέσης και ισχύος διαθέτουν «μια συστηματικά δομημένη μεγαλύτερη πρόσβαση στα μέσα» που επιτρέπει στην οπτική τους να θέτει τους όρους και να αποτελεί αφετηρία κάθε περαιτέρω συζήτησης (Stuart Hall, Chas Critcher, Tony Jefferson, John Clarke and Brian Roberts, Policing the Crisis: Mugging, the State and Law and Order, London: Macmillan, 1978, σ. 58· ευρύτερα δείτε Paul Manning, News and News Sources: A Critical Introduction, London: Sage, 2000).

Πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση γεγονότων σε συνθήκες εγκλεισμού, οι οποίες εξ ορισμού αποκλείουν την ανεξάρτητη πρόσβαση δημοσιογράφων. Το τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σε μια φυλακή, το κρατητήριο ενός αστυνομικού τμήματος, ή ένα κέντρο κράτησης όπως αυτό της Αμυγδαλέζας, δεν καταγράφεται μέσω επιτόπιου ρεπορτάζ, αλλά μέσω δευτερογενών πληροφοριών: στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μέσω της επίσημης (δελτία τύπου) ή/και ανεπίσημης (διαρροές) ενημέρωσης που παρέχει η αστυνομία και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι, και των άτυπων πηγών που έχουν οι αστυνομικοί συντάκτες, δηλαδή αξιωματικών ή/και πολιτικών που γνωρίζουν προσωπικά.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι όλοι οι δημοσιογράφοι υιοθετούν και αναπαράγουν την επίσημη θέση, ή ότι είναι αδύνατον να υπάρξουν δημοσιεύματα με κριτικό περιεχόμενο, ή ότι αποκλείεται να δοθεί βήμα σε εναλλακτικές οπτικές, όπως  εκείνες αντιρατσιστικών ή ανθρωπιστικών οργανώσεων. Σημαίνουν όμως ότι στο βαθμό που οι επίσημοι θεσμοί  αποτελούν αποκλειστική πηγή της είδησης, ο έλεγχος της εξουσίας συναντά σοβαρά εμπόδια. Ως προς αυτό, το κρίσιμο σημείο είναι ο βαθμός στον οποίο αναδεικνύονται εναλλακτικές οπτικές επί των πρωτογενών γεγονότων στη δημόσια σφαίρα. Και από αυτή την άποψη η πρόσβαση στους χώρους κράτησης στην Αμυγδαλέζα, και η δημοσιοποίηση του λόγου των μεταναστών, έχει αποφασιστική σημασία όχι μόνο ως προς τα εν λόγω γεγονότα, αλλά και ως προς τη διαφάνεια και τη λογοδοσία της εξουσίας. 
 
Ως προς το θέμα της πρόσβασης στην Αμυγδαλέζα, παραθέτω τη άποψη αντιπροσωπείας που τη ζήτησε και δέχτηκε την άρνηση της αστυνομίας:

Για δεύτερη συνεχόμενη φορά, το Αρχηγείο της Αστυνομίας απέρριψε το αίτημα αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ και οργανώσεων για τα δικαιώματα των μεταναστών να επισκεφθούν το κέντρο κράτησης της Αμυγδαλέζας, επικαλούμενο, προσχηματικά, λόγους ασφάλειας της ίδιας της αντιπροσωπείας. Θυμίζουμε ότι την πρώτη φορά που η αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ είχε επιχειρήσει να επισκεφθεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων στην Αμυγδαλέζα μετά την εξέγερση που ξέσπασε εκεί (14/8), η είσοδος επιτράπηκε μόνο στον βουλευτή Δ. Τσουκαλά, στον οποίο δεν δόθηκε η δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τους ίδιους τους κρατούμενους.
Παράλληλα, συνεχίζουν να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια στην επικοινωνία των έγκλειστων με δικηγόρους, με αποτέλεσμα να είναι πλήρως απομονωμένοι. Όλα αυτά εντείνουν τις ανησυχίες μας ότι συνεχίζεται απαράλλακτη η εκδικητική μεταχείρισή τους μετά την εξέγερση, κάτι που σημαίνει ότι οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο που κρατούνται εκεί επ’ αόριστον κατά παράβαση του εθνικού και ενωσιακού δικαίου, χωρίς να τους βαρύνει κανένα έγκλημα, συνεχίζουν να παραμένουν κλειδωμένοι σε κοντέινερ υπό συνθήκες αφόρητης ζέστης, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και πιθανότατα χωρίς καν τη δυνατότητα προαυλισμού, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για ξυλοδαρμούς κάποιων από αυτούς.

Το Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, που διεκδικεί τη μεταφορά των μεταναστών και των προσφύγων σε ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας, με ανθρώπινους όρους διαμονής, αποφάσισε τα εξής: α) να υποβάλλει νέο αίτημα επίσκεψης στο στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας για την Τετάρτη 21/8. β) Να διοργανώσει συνέντευξη τύπου για τις συνθήκες που επικρατούν στα κέντρα κράτησης την Πέμπτη 22/8. γ) Να εξετάσει όλα τα μέσα πολιτικής και νομικής συμπαράστασης στους κρατούμενους της Αμυγδαλέζας και στους συλληφθέντες της εξέγερσης. 

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Occupy: αλλάζοντας τις πολιτικές συντεταγμένες


Ένα από τα κύρια επιτεύγματα του κινήματος Occupy είναι το άνοιγμα νέων πεδίων μετασχηματισμού, αντίστασης και επανάστασης, το σπάσιμο των κλειστοφοβικών ορίων της γεωγραφίας του παγκόσμιου κεφαλαίου. Το ίδιο το κίνημα σπάει τα όρια της αποδεκτής πολιτικής ορολογίας, επιλέγοντας να ταράξει την κατεστημένη τάξη μιλώντας από μία θέση εκτός του επίσημου πολιτικού πεδίου. Από τη σκοπιά της κυρίαρχης ιδεολογίας, το κίνημα Occupy φαίνεται να στερείται εστίασης και οργάνωσης αφού δεν προτείνει κανένα σύνολο «αιτημάτων» - δηλαδή στη γλώσσα που υιοθετείται από την καθημερινότητα. Το θέμα όμως δεν είναι να μιλήσει στη γλώσσα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, αλλά να αλλάξει τις συντεταγμένες της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, έτσι ώστε αυτό που εμφανίζεται ως παράλογο και τραυματικό από την ίδια του την οπτική, να γίνεται αυτό καθεαυτό η δομική αρχή πάνω στην οποία μπορούν να διαμορφωθούν οι όροι της δυνατότητας μιας νέας πολιτικής.


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Νεοφιλελευθερισμός και οικονομική κρίση

[lwbooks.co.uk] 

Για τρεις δεκαετίες το νεοφιλελεύθερο σύστημα παρήγαγε τεράστια κέρδη για τις πολυεθνικές, τα επενδυτικά ιδρύματα και τα επιχειρηματικά κεφάλαια, και υπέρογκη συσσώρευση πλούτου για τους καινούριους υπερ-πλούσιους παγκοσμίως, ενώ αύξησε κατάφωρα το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και εμβάθυνε τις ανισοτήτες εισοδημάτων, υγείας και ευκαιριών εντός και μεταξύ χωρών σε μια κλίμακα που έχουμε να δούμε από πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη - το μέχρι σήμερα δυναμό του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος - οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι τώρα χαμηλότεροι από ό,τι ήταν τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν υπήρχε μεγαλύτερη ισορροπία ισχύος μεταξύ κοινωνικών τάξεων. Έχει υπάρξει απότομη πτώση στις κατασκευές και έντονη επέκταση των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και του τομέα των υπηρεσιών· και μια μαζική μετατόπιση ισχύος και πόρων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, από το κράτος στην αγορά. 'Η αγορά' έχει γίνει το πρότυπο των κοινωνικών σχέσεων, με μόνη αξία την ανταλλακτική. Οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν φανεί αδύναμες και αναποφάσιστες ως προς την ανταπόκρισή τους στην περιβαλλοντική κρίση, τη κλιματική αλλαγή και την απειλή απέναντι στη βιώσιμη ζωή στον πλανήτη, και έχουν αρνηθεί να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα με όρους διαφορετικούς από τους δικούς τους - οι οποίοι είναι εκείνοι της αγοράς.

Κατά παρόμοιο τρόπο, η οικονομική κρίση έχει χρησιμοποιηθεί από πολλές δυτικές κυβερνήσεις ως μέσο για την περαιτέρω εδραίωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Έχουν υιοθετήσει σκληρά 'μέτρα λιτότητας', τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι ο μόνος τρόπος για τη μείωση των ελλειμμάτων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της 'χρυσής' περιόδου της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Έχουν ξεκινήσει μια επίθεση στα εισοδήματα, το βιοτικό επίπεδο και τις συνθήκες ζωής των λιγότερο εύπορων μελών της κοινωνίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πρόγραμμα περικοπών έχει παγώσει τα εισοδήματα, περιορίσει τις παροχές, επιτεθεί με αγριότητα στην απασχόληση στον δημόσιο τομέα, και υπονομεύσει την τοπική αυτοδιοίκηση. Έχει ενθαρρύνει το ιδιωτικό κεφάλαιο να υποσκάψει το κράτος πρόνοιας και να διαλύσει τις δομές υγείας, πρόνοιας και εκπαίδευσης. Το βάρος της 'επίλυσης' της κρίσης έχει δυσανάλογα ξεφορτωθεί πάνω στους εργαζόμενους, στοχεύοντας τις ευπαθείς, περιθωριοποιημένες ομάδες. Αυτές περιλαμβάνουν χαμηλού εισοδήματος μονογονεϊκές οικογένειες· παιδιά σε συνθήκες φτώχειας· γυναίκες που προσπαθούν να ανταπεξέλθουν μεταξύ μερικής απασχόλησης και πολλαπλών οικιακών ευθυνών· συνταξιούχους, άτομα με αναπηρία, και ψυχασθενείς· άτομα 'εξαρτώμενα' από παροχές πρόνοιας και χαμηλού κόστους δημόσια στέγαση· άνεργους νέους (κυρίως νέους μαύρους) και φοιτητές. Οι εγκαταστάσεις για τους νέους έχουν κλείσει· και οι πολίτες που εξαρτώνται από τις δημόσιες παροχές για την κοινωνική τους ευημερία βρίσκονται στερημένοι. Πέρα από τις τιμωρητικές και οπισθοδρομικές κοινωνικές επιπτώσεις της, πρόκειται για μια στρατηγική καταδικασμένη να αποτύχει ακόμα και με τους δικούς της όρους, δεδομένου ότι η κύρια συνέπεια της θα είναι μια σοβαρή πτώση της ζήτησης και μια κατάρρευση των φορολογικών εσόδων, εμβαθύνοντας την καθοδική πορεία της οικονομίας, με μικρή πτώση του ελλείμματος.

Με άλλα λόγια, η ίδια η κρίση έχει χρησιμοποιηθεί για να ενισχυθεί η αναδιανομή από φτωχούς σε πλούσιους. Επιπλέον, έχει επίσης προσφέρει το άλλοθι για μια εκτεταμένη περαιτέρω αναδιάρθρωση του κράτους και της κοινωνίας στη γραμμή της αγοράς, με μια σειρά από ιδεολογικά προωθούμενες 'μεταρρυθμίσεις' που αποσκοπούν στην προέλαση των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης. Έχει ενθαρρύνει τις ιδιωτικές, εξατομικευμένες λύσεις σε κοινωνικά προβλήματα. Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντικό για την αριστερά να αρθρώσει το επιχείρημα ότι είναι καιρός για μια νέα ηθική και οικονομική διευθέτηση.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα του κεφαλαίου After neoliberalism: analysing the present (σσ. 3-5) των Stuart Hall, Doreen Massey και Michael Rustin. Σε αυτό θέτουν το πλαίσιο του βιβλίου που επιμελήθηκαν με τίτλο After Neoliberalism? The Kilburm Manifesto, το οποίο δημοσιεύεται στο Soundings: A journal of politics and culture.